Κάποιος επιτέλους να νοιαστεί για το παιδί

Άρθρο στην εφημερίδα «Το Παρόν της Κυριακής»

Η μεταρρύθμιση του οικογενειακού δικαίου είναι πολύ σημαντική υπόθεση. Διαμορφώνονται νέες σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας. Η παράταξη μας υπήρξε πρωτοπόρα, εισάγοντας σπουδαίες τομές, που σήμερα, όπως και πολλές άλλες, εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό θεσμικό κεκτημένο. Σε αντίθεση με την αποσπασματική και πρόχειρη δήθεν μεταρρύθμιση που επικύρωσαν οι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας εις βάρος των παιδιών και της ελληνικής οικογένειας.

Θυμίζω ότι με το νόμο 1329/1983 αντικαταστάθηκε η  «πατρική  εξουσία» με την γονική μέριμνα και ήρθε επιτέλους το παιδί στο προσκήνιο. Από «περιουσιακό στοιχείο» των γονιών και ιδίως του πατέρα, αναγορεύτηκε σε κεντρικό στοιχείο της φιλοσοφίας της νομοθεσίας.  Στην συνέχεια, ο Ν.2247/1996 εισήγαγε σε ειδικά τμήματα των Δικαστηρίων τις υποθέσεις Οικογενειακού Δικαίου. Η προσπάθεια όμως δεν ολοκληρώθηκε, με ευθύνη και της ίδιας της Δικαιοσύνης που δεν στελέχωσε τα τμήματα με εκπαιδευμένους δικαστές.

Ένα σύγχρονο και προοδευτικό οικογενειακό δίκαιο οφείλει να εξασφαλίζει τα δικαιώματα του παιδιού και την ισότητα των δύο φύλων. Χρέος της Πολιτείας είναι να κατοχυρώνει ένα ασφαλές πλαίσιο όπου τα παιδιά και ο κάθε ένας από τους γονείς, δεν θα αποκλείονται ούτε θα κακοποιούνται. Το ισχύον Οικογενειακό Δίκαιο, είναι από τα πλέον προοδευτικά στην Ευρώπη ακόμη  και σήμερα. Κατοχυρώνει πλήρως τα δικαιώματα των γονιών σε από κοινού επιμέλεια των παιδιών, μετά από δική τους συμφωνία. Απαιτείται όμως να συμπληρωθεί για τις περιπτώσεις διαφωνίας του ζευγαριού σε σχέση με το παιδί.

Για να αποφευχθούν αδικίες, συγκρούσεις, αποκλεισμοί και δύσκολες καταστάσεις ή και εσφαλμένες δικαστικές αποφάσεις που επιτείνουν, αντί να απαλύνουν τα προβλήματα μεταξύ των γονέων.

Για αυτές τις περιπτώσεις  χρειάζεται μια ολοκληρωμένη προσέγγιση και ένας έμπειρος και αξιόπιστος κριτής. Γι’ αυτό προτείναμε την καθιέρωση του σύγχρονου θεσμού του  Οικογενειακού Δικαστηρίου, αξιοποιώντας τη σχετική εμπειρία από χώρες που ο θεσμός αυτός εφαρμόζεται, όπως ΗΠΑ, Γερμανία, Αυστραλία, Ιαπωνία. Τα δικαστήρια αυτά επιβάλλεται να στελεχωθούν με δικαστές εξειδικευμένους σε θέματα Οικογενειακού Δικαίου, με ειδικά προγράμματα επιμόρφωσης που θα γίνονται σε συνεργασία της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών με τις Νομικές σχολές της χώρας. Παράλληλα, θα ενισχύονται με τη συμβολή πιστοποιημένου επιτελείου ειδικών (ψυχολόγους, γιατρούς, παιδαγωγούς, κοινωνιολόγους). Θα έχουν δηλαδή όλα τα εχέγγυα για να εφαρμόζουν το Νόμο με τρόπο τεκμηριωμένο, στηριγμένο στα πορίσματα ειδικών, πάντοτε προς το συμφέρον του παιδιού.

Το επίμαχο νομοσχέδιο που έφερε και τελικά ψήφισε η κυβερνητική πλειοψηφία, παρά τις αντιδράσεις που προκάλεσε ακόμη και στο εσωτερικό της, είναι μια χαμένη ευκαιρία. Μάλιστα, κατάφερε με αυτές να προκαλέσει συγκρούσεις και να διχάσει την Ελληνική κοινωνία. Είναι μια απορρύθμιση, που θα οδηγήσει σε μεγαλύτερες διενέξεις, από αυτές που υποτίθεται ότι προσπαθεί να επιλύσει.

Ο Υπουργός Δικαιοσύνης αγνόησε προκλητικά ακόμη και το σχέδιο που ετοίμασε η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή που είχε συστήσει ο ίδιος. Υιοθέτησε  απαράδεκτες ρυθμίσεις που είχαν απορριφθεί με μεγάλη πλειοψηφία από την Επιτροπή. Δεν προχώρησε στον αναγκαίο διάλογο και με τις γυναικείες οργανώσεις και την κοινωνία των πολιτών. Οι ρυθμίσεις δημιουργούν νέους σοβαρούς κινδύνους, γιατί αφήνουν εκτεθειμένο το παιδί και την μητέρα ακόμα και σε ενδοοικογενειακή βία.

Δημιούργησε, με την βοήθεια ισχυρών λόμπι διχαστικά ψευδοδιλλήματα στην κοινωνία: από τη μια δήθεν οι φεμινίστριες μαμάδες και από την άλλη οι δήθεν οργισμένοι μπαμπάδες. Αλλά τα παιδιά δεν πρέπει να γίνονται λάστιχο ανάμεσα στους γονείς τους. Το δικό τους συμφέρον πρέπει να υπηρετεί το νομοθετικό πλαίσιο χωρίς λογικές «φασόν» και αντιπαιδαγωγικές γενικεύσεις. Δεν είναι όλες οι περιπτώσεις ίδιες. Χρειάζεται εξατομικευμένη προσέγγιση.

Επίσης, οι νέες ρυθμίσεις εισάγουν «από το παράθυρο» την λογική της εναλλασσόμενης κατοικίας». Αυτή η λογική βλάπτει συναισθηματικά το παιδί, του στερεί το απαραίτητο σταθερό  περιβάλλον και τις σταθερές συνθήκες ζωής. Κάνει το παιδί τουρίστα.

Το οριζόντιο τεκμήριο του ενός τρίτου του χρόνου για το δικαίωμα επικοινωνίας των γονέων με τα παιδιά είναι μια προσπάθεια έμμεσης επιρροής σε τυχόν δικαστικές αποφάσεις χωρίς συναίνεση. Όμως οι σχέσεις του γονέα με το παιδί, δεν μπορεί να ορίζονται με την μεζούρα.

Επίσης, απαράδεκτη είναι η πρόβλεψη για την ανάγκη «οριστικής δικαστικής απόφασης» ώστε να ληφθούν μέτρα-σε σχέση με την επιμέλεια του παιδιού-κατά γονέων που ασκούν ενδοοικογενειακή βία. Όλοι κατανοούμε ότι η διάταξη αυτή εκθέτει το παιδί και τη γυναίκα  απροστάτευτους για πολλά χρόνια, σε φαινόμενα κάθε είδους βίας. Έρχεται σε ευθεία αντίθεση και με τις σχετικές προβλέψεις των Διεθνών Συμβάσεων για τα Δικαιώματα του Παιδιού και την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών (Σύμβαση Κωνσταντινούπολης).

Συζητήθηκαν όλα αυτά στην Ολομέλεια της Βουλής; Δυστυχώς όχι. Η κυβέρνηση  ασχολήθηκε πως θα κρύψει τις ηχηρές διαφωνίες στην κοινοβουλευτική της ομάδα και ο πάντα βολικός ΣΥΡΙΖΑ έσπευσε και αυτή τη φορά ως χορηγός να την διευκολύνει επιδιδόμενος σε ακραίες πρακτικές απαράδεκτου κοινοβουλευτικού  ακτιβισμού, αποπροσανατολίζοντας την συζήτηση από την ουσία. Το Κίνημα Αλλαγής καταψήφισε επί της αρχής τις διατάξεις και καταδίκασε την παρωδία κοινοβουλευτικής διαδικασίας. Χάθηκε όμως μια ευκαιρία να πάμε ένα βήμα μπροστά.  Ο αγώνας μας όμως θα συνεχιστεί. Γιατί κάποιος επιτέλους πρέπει να νοιαστεί για το παιδί. Η προοδευτική διακυβέρνηση που διεκδικούμε θα σαρώσει οτιδήποτε αναχρονιστικό και θα επανορθώσει τις χαμένες ευκαιρίες για δίκαιες, ουσιαστικές, βιώσιμες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία – και κυρίως – οι πιο αδύναμοι κρίκοι της.

Related posts